
(παραμύθι της Ευγενίας Φακίνου, εκδόσεις Κέδρος)
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος,
Στίχοι, κείμενο: Ευγενία Φακίνου,
Αφήγηση: Νίκη Τριανταφυλλίδη
Ερμηνεία: Ευγενία Φακίνου, Γιώργος Χατζάκης, Ρένα Καζάκου, Γιάννης Μαρκόπουλος, Παιδική Χορωδία Τυχοπούλου.
Κάνοντας κλικ πάνω στους τίτλους με τα έντονα μαύρα γράμματα μπορείτε να ακούσετε το ηχητικό απόσπασμα από τον δίσκο.
Εδώ στην αποθήκη μας είν’ όλα μέλι-γάλα
έχεις την ησυχία σου, φαΐ, νερό, τραμπάλα.
Πού πας Μελένιε, πού πας;
Άσε τ’ αστεία, κάτσε με μας.
Εδώ στην αποθήκη μας στο ράφι είμαστε όλα
κι αν είσαι και καλό παιδί σου δίνουν κόκα – κόλα.
Πού πας Μελένιε, πού πας;
Άσε τ’ αστεία, κάτσε με μας.
Ο Μελένιος όμως δεν τους άκουσε και ξεκίνησε για το μεγάλο ταξίδι. Πρώτα έφτασε στην χώρα των ελατηρίων.
Είμαστε μια μικρούλα χώρα κι έχουμε βασίλισσα.
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Όλη τη μέρα εργασία για την βασίλισσα.
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Γιατί άμα φύγει η καλή μας ο μπαμπούλας θε να ‘ρθεί.
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Δεν υπάρχει κανένας μπαμπούλας τους είπε ο Μελένιος, μόνο ένα αραχνιασμένο σκουπόξυλο. Μα αυτοί οι ανόητοι δεν τον πίστεψαν έτσι ο Μελένιος συνέχισε τον δρόμο του. Πιο κάτω συνάντησε έναν γέρο.
Ασπρίσανε τα γέ- μωρέ τα γένια μου,
ασπρίσαν τα μαλλιά μωρέ μαλλιά μου
μου πέσανε τα δό- τα δόντια μου
μα έχω τα μυαλά μωρέ μυαλά μου.
Καλαμάρης-καλαμάρης τ’ όνομά μου είναι γνωστό
από ‘δώ περνάνε όλοι που γυρεύουν το σωστό.
Όσα δεν έκανα, έκανα εγώ ας κάνουνε οι νέ- μωρέ οι νέοι
που ψάχνουν να βρουν το καλό και είναι και γενναί- μωρέ γενναίοι.
Καλαμάρης-καλαμάρης τ’ όνομά μου είναι γνωστό
από ‘δώ περνάνε όλοι που γυρεύουν το σωστό.
Ο γερο καλαμάρης είπε του Μελένιου να προσέξει τον μεγάλο ζουλιχτή και του ‘δωσε μια δυνατή σιδερόκολλα για να του κολλήσει τα χέρια. Ο Μελένιος κάθισε λίγο να σκεφτεί.
Και να ‘μαι τώρα μόνος μου τον δρόμο μου αρχίζω μπροστά δεν ξέρω τι θα βρω μα πίσω δεν γυρίζω.
Άραγε να ‘ναι μακριά η ντενεκεδούπολη; Λες να τα καταφέρω με τον ζουλιχτή;
Τον δρόμο αυτό που διάλεξα θα τον ακολουθήσω μπροστά δεν ξέρω τι θα βρω μα δεν γυρίζω πίσω.
Ζουλιχτή μόλις ακούσουν τρέχουν όλοι να κρυφτούν
γιατί έτσι και τους πιάσω ξέρουν ό,τι θα δουν.
Είμαι ο ζουλιχτής κι από τα γερά μου τα χέρια δεν θα σωθείς.
Είμαι ο ζουλιχτής!
Είμαι ο φόβος και ο τρόμος όλης της περιοχής
σαν ανοίξω τις χερούκλες δεν γλυτώνει πια κανείς.
Είμαι ο ζουλιχτής κι από τα γερά μου τα χέρια δεν θα σωθείς.
Είμαι ο ζουλιχτής!
Σκιάχτρο! Έχω μάτια γουρλωμένα και ψηλό-ψηλό λαιμό
χέρια έχω απλωμένα και σε διώχνω στο λεπτό.
Σκιάχτρο!
Φοβερίζω τον καθένα που περνάει από ΄δώ
είμαι φοβερό θηρίο είμ’ ο ίδιος ο Κινγκ Κονγκ.
Σκιάχτρο!
Εγώ είμαι ο Σαρδέλας τίμιος κι εργατικός
φίλος είμαι με τους φίλους και με τους κακούς κακός
Είμαι ο Σαρδέλας κι όχι ο Καραβέλας
Σου και α, ρου και δε, έλλας, είμαι ο Σαρδέλας.
Είμαι η μικρή μηλίτσα κι όπως όλα τα κορίτσια έχω ομορφιά και χάρη
είμαι κι άξιο παλικάρι
κι όταν χρειαστεί είμαι κι άξιο παλικάρι.
Βουτυ-βουτυρένιο βουτυ-βουτυρένιο βουτυ-βουτυρένιο παιδί είμαι εγώ, με φωνάζουν βουτυρένιο μα δε νοιάζομαι γι αυτό, δε μ’ αρέσουν οι μπελάδες προτιμώ φαΐ ζεστό.
Θα σας πω μια συνταγή που την ξέρουν λίγοι,
αν θυμώσουν μερικοί δώστε τους λιγάκι ξύδι.
Σοφό με λεν οι φίλοι μου και μηχανές σκαρώνω εγώ
και το μολύβι μου φτιάχνουμε νέο κόσμο.
Ουάν του θρι ουάν του θρι ουάν του θρι ουάν του θρι.
Οκέι μπαμ μπαμ-μπαμ
οκέι μπαμ-μπαμ-μπαμ
οκέι μπαμ-μπαμ-μπαμ
Φίλοι μου αγαπημένοι εγώ είμαι από το ξέρι
ήρθα απ’ το Αμερική, τώρα κάθομαι εκεί.
Για! Οκέι μπαμ μπαμ-μπαμ
οκέι μπαμ-μπαμ-μπαμ
οκέι μπαμ-μπαμ-μπαμ
μπαμ-μπαμ μπαμ-μπαμ μπαμ-μπαμ.
Ντενεκεδούπολη, Ντενεκεδούπολη είσαι ωραία, τρανή
Ντενεκεδούπολη, Ντενεκεδούπολη σε αγαπάμε πολύ.
Ντενεκεδένιος ήλιος και τσίγκινα βουνά
λαμαρινένιες στέγες και χάλκινα στενά.
Ντενεκεδούπολη, Ντενεκεδούπολη είσαι ωραία, τρανή
Ντενεκεδούπολη, Ντενεκεδούπολη σε αγαπάμε πολύ.
Τα μικρά ντενεκάκια σα μείνουν αδειανά
βρίσκουν εδώ σπιτάκια, φίλους, πάλι δουλειά.
Ντενεκεδούπολη, Ντενεκεδούπολη είσαι ωραία, τρανή
Ντενεκεδούπολη, Ντενεκεδούπολη σε αγαπάμε πολύ.
Στα Χίλια Εννιακόσια Εβδομήντα Εννιά μια Δευτέρα,
ακούστε να σας πω τι έγινε εδώ πέρα.
Ο ουρανός συννέφιασε, σκοτείνιασε η μέρα
και στα καλά καθούμενα εσήκωσεν αέρα.
Χοντρό χαλάζι έπεφτε βροχή κι αστροπελέκια,
σαν να βαρούσαν γύρω μας χίλια που λες τουφέκια.
Τα στάρια πέσανε βαριά στο χώμα και πεθάναν, τ
α δέντρα κορφοκόπηκαν κι άλλο καρπό δεν βγάλαν.
Πήρε τα σπόρια η βροχή τα νιούτσικα βλαστάρια
κι άφησε στα χωράφια μας χαράκια και λιθάρια.
Τέτοιο μεγάλο χαλασμό μακάρι να μη ξαναδώ,
μακάρι να μη ξαναδώ τέτοιο μεγάλο χαλασμό.
Έτσι αναγκάστηκαν να ζητήσουν δανεικά, στάρι, λαχανικά,
όσπρια, απ’ τους πιο πλούσιους γείτονες, τα φυσερά.
Πρώτα πήγαν στον κύριο Μαρώνη που είχε το κακάο.
Έχω φυτείες με κακάο και ποτέ μου δεν πεινάω προτιμώ και γλεντάω τον καιρό μου να περνάω.
Ω, ω, ω! Ω, ω, ω! Ω, ω, ω! Ω, ω, ω! Ω, ω, ω! Ω, ω, ω! Ω, ω, ω! Ω, ω, ω!
Το κρασί μου αρχίζει, το μυαλό σας κοιμίζει, το κεφάλι γυρίζει, και η τσέπη μου γεμίζει!
Μασάτε τσίχλα, μασάτε τσίχλα που σας ταΐζω.
Εσείς μασάτε, εσείς μασάτε κι εγώ πλουτίζω.
Μασάτε, πλουτίζω. Μασάτε, πλουτίζω.
Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ!
Εγώ παίρνω εγώ δίνω, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ πουλάω, εγώ αγοράζω.
Εγώ παίρνω εγώ δίνω.
Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ.
Εγώ διατάζω, γιατί είμαι ο πλούσιος!
-Έι ντενεκεδάκια, τι κάνετε εκεί δα;
-Ένα γερό σχολείο να πάνε τα παιδιά, γράμματα για να μάθουν να γίνουνε καλά.
Τρα λα λα, λα-λα-λα λα-λα-λα, λα-λα-λα λα-λα, λα-λα, λα-λα.
-Έι ντενεκεδάκια, πότε με το καλό;
Έι ντενεκεδάκια και πότε με το καλό;
-Σε μία δυο βδομάδες έτοιμο το σχολειό αν όλα πάν’ εντάξει και με καλό καιρό.
Τρα λα λα, λα-λα-λα λα-λα-λα, λα-λα-λα λα-λα, λα-λα, λα-λα.
-Έι ντενεκεδάκια, σας εύχομαι κι εγώ γερό-γερό να γίνει το νέο σας σχολειό.
Τρα λα λα, λα-λα-λα λα-λα-λα, λα-λα-λα λα-λα, λα-λα, λα-λα.
Θα τρομάξουμε την πόλη και θα φύγουν όλοι-όλοι,
θα τους κάνω να μαλώνουν κι ύστερα να μετανιώνουν.
Θα γκρεμίσω το σχολείο το υποσχέθηκα στον θείο,
θα τους κάνω να μαλώνουν κι ύστερα να μετανιώνουν.
Πενταβγό και μια μια μια, θα σ’ αρέσει η ζημιά.
Πενταβγό και φιρ φιρ φιρ φέρνουμε καταστροφή.
Πενταβγό και όλι όλι θα χαλάσουμε την πόλη
Ποιος βρώμισε λοιπόν το πηγάδι μου;
Ποιος να το ‘κανε, ποιος;
Ποιος χάλασε λοιπόν τα λουλούδια μου;
Ποιος να το ‘κανε, ποιος;
Ποιος έκαψε λοιπόν τα βιβλία μου;
Ποιος να το ‘κανε, ποιος;
Στη φωτιά ρίξτες παλιατζή να μη ξαναφανούνε
να χαθούνε να λιώσουνε και πίσω να μη ‘ρθούνε.
Η φωτιά μα και οι ζημιές θα ήτανε μεγάλες
θα χαλούσαν την πόλη μας οι παλιοκαμινάδες.
